WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
human form n (human body, figure)ανθρώπινο σώμα ουσ ουδ
 Many aspects of the human form clearly show the close relationship of our species with the great apes.
human form n (shape of a human being)ανθρώπινη μορφή επίθ + ουσ θηλ
 The door opened and a human form stood silhouetted against the light.
 In works of science fiction, it is not unusual for aliens to assume a human form.
 Η πόρτα άνοιξε και μια ανθρώπινη μορφή στεκόταν στο φως. // Σε έργα επιστημονικής φαντασίας δεν είναι ασυνήθιστο οι εξωγήινοι να παίρνουν ανθρώπινη μορφή.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση human form στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «human form».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!