• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
genetically adv (in terms of genes)γενετικά επίρ
  από πλευράς γονιδίων φρ ως επίρ
 Heather must be genetically lucky - she's beautiful, smart, and talented!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
genetically modified,
genetically-modified
adj
(biologically altered)γενετικά τροποποιημένος περίφρ
Σχόλιο: A hyphen used when the adjective precedes the noun
genetically-modified organism n ([sth] altered biologically)γενετικά τροποποιημένος οργανισμός περίφρ
  (συντομογραφία)ΓΤΟ ουσ αρσ άκλ
GMO n initialism (genetically-modified organism) (συντομογραφία)ΓΤΟ ουσ αρσ άκλ
 Recent research suggests people should avoid eating GMOs.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'genetically' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση genetically στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «genetically».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!