gas station



  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
gas station (US),
petrol station (UK),
filling station
n
(sells gasoline for cars)βενζινάδικο ουσ ουδ
 Where's the nearest gas station? I'm almost on empty.
 I stopped at a petrol station to buy petrol and check my tyre pressure.
 Πού είναι το πλησιέστερο βενζινάδικο; Κοντεύω να ξεμείνω. // Σταμάτησα σε ένα βενζινάδικο για να πάρω βενζίνη και να ελέγξω την πίεση των ελαστικών.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
gas station attendant (US),
petrol pump attendant (UK)
n
(person who works petrol pumps)υπάλληλος βενζινάδικου φρ ως ουσ αρσ/θηλ
 I can't remember the last time I saw a petrol pump attendant in the UK.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'gas station' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση gas station στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «gas station».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!