• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
gamma n (Greek letter)γάμμα ουσ ουδ άκλ
 Gamma is the third letter of the Greek alphabet.
gamma n (physics: unit of magnetism)γάμμα ουσ ουδ άκλ
 Gamma is a unit of magnetic flux.
gamma n (TV)γάμμα ουσ ουδ άκλ
 Nate adjusted the gamma on the old CRT television.
gamma n (astronomy: third star)γ ουσ αρσ άκλ
gamma n as adj (third in a series)τρίτος επίθ
gamma n as adj (relating to gamma rays)ακτίνων γ περίφρ
  ακτίνων γάμμα περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
gamma ray n (high-energy radioactive particle)ακτίνα γάμμα φρ ως ουσ θηλ
gamma-ray burst n (electromagnetic event)έκλαμψη ακτίνων γάμμα φρ ως ουσ θηλ
immunoglobulin,
immune globulin,
gamma globulin
n
(antibody)ανοσοσφαιρίνη ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'gamma' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση gamma στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «gamma».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!