WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
frigid adj figurative (uninterested in sex)σεξουαλικά ψυχρή φρ ως επίθ
  (μεταφορικά)ψυχρή επίθ
  (μεταφορικά, καθομιλουμένη)παγοκολόνα ουσ ως επίθ
Σχόλιο: mostly used to talk about women
 Crystal has a reputation for being a frigid woman.
frigid adj (very cold) (κυριολεκτικά)παγερός, παγωμένος επίθ
 Timothy eased himself into the frigid water.
frigid adj figurative (reserved, unfriendly) (μεταφορικά)ψυχρός επίθ
  παγερά αδιάφορος επίρ + επίθ
 The secretary gave me a frigid smile and replied, "No."
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση frigider στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «frigider».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!