• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: freaked out, freak out

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
freaked out adj slang (disturbed, upset) (αργκό)που έχει φρικάρει περίφρ
  φρικαρισμένος μτχ πρκ
 When she saw the mess the burglars had made she was completely freaked out.
 Φρίκαρε τελείως όταν είδε το χαμό που άφησαν πίσω τους οι διαρρήκτες.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
freak out vi phrasal slang (get angry) (αργκό)φρικάρω ρ αμ
 When I tell my parents I'm quitting school, they are going to freak out.
 Όταν πω στους γονείς μου ότι θα παρατήσω το σχολείο, θα φρικάρουν.
freak out about [sth] vi phrasal + prep slang (get angry about) (αργκό)φρικάρω με κτ ρ αμ + πρόθ
  (αργκό, μεταφορικά)τα παίρνω με κτ, τα παίρνω στο κρανίο με κτ έκφρ
 Dad freaked out about the mess which the kids had made in the kitchen.
 Ο μπαμπάς φρίκαρε με την ακαταστασία που είχαν δημιουργήσει τα παιδιά στην κουζίνα.
freak out vi phrasal slang (be scared, upset) (αργκό)φρικάρω ρ αμ
 Tina freaked out when she saw the snake.
 Η Τίνα φρίκαρε όταν είδε το φίδι.
freak [sb] out vtr phrasal sep slang (disturb) (αργκό)φρικάρω ρ μ
  τρομάζω ρ μ
 Stop looking at me like that! You're freaking me out!
 Σταμάτα να με κοιτάς έτσι! Με τρομάζεις!
freakout n mainly US, slang (fear, nerves) (αργκό: τρώω)φρίκη ουσ θηλ
  (ανεπίσημο: τρόμος)τρομάρα ουσ θηλ
 Rachel had a freakout when she looked at the exam paper; she ran out of the hall in tears.
freakout n mainly US, slang (anger)κρίση ουσ θηλ
  (αργκό)κρισάρα ουσ θηλ
 Clare had a freakout when she found out her son had been stealing from her purse.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση freaked out στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «freaked out».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!