WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| flake n | (of snow) | νιφάδα, χιονονιφάδα ουσ θηλ |
| | | νιφάδα χιονιού φρ ως ουσ θηλ |
| | Ryan realized that it was snowing when a flake landed on his hand. |
| | Ο Ράυαν κατάλαβε πως χιόνιζε όταν μια νιφάδα προσγειώθηκε στο χέρι του. |
| flake n | (flat piece) | φλούδα ουσ θηλ |
| | (πολύ λεπτή) | νιφάδα ουσ θηλ |
| | Aaron chipped a sharp flake of obsidian from the stone. |
| | Ο Άαρον έκοψε μια αιχμηρή νιφάδα οψιδιανού από την πέτρα. |
| flake n | (food) (συνήθως πληθυντικός) | νιφάδα ουσ θηλ |
| | Karen stirred the dried potato flakes into the water to make mashed potatoes. |
| | Η Κάρεν ανακάτεψε τις αποξηραμένες νιφάδες πατάτας με νερό για να φτιάξει πουρέ. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| flake n | pejorative, informal (person: unreliable) | αναξιόπιστος επίθ |
| | (αργκό, μτφ, αποδοκιμασία) | που πουλάει τους άλλους έκφρ |
| | (καθομιλουμένη) | που δεν είναι να βασιστείς πάνω του περίφρ |
| | Erin was a notorious flake; her friends were surprised that she showed up at the party as promised. |
| | Η Έριν συνηθίζει να πουλάει τους πάντες. Οι φίλοι της έμειναν έκπληκτοι όταν εμφανίστηκε στο πάρτι όπως είχε υποσχεθεί. |
| | Δεν είναι να βασίζεσαι στην Έριν. Οι φίλοι της έμειναν έκπληκτοι όταν εμφανίστηκε στο πάρτι όπως είχε υποσχεθεί. |
| flake⇒ vi | (come off in flakes) | ξεφλουδίζω ρ αμ |
| | The paint on the old car had started to flake. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
Phrasal verbs
|
| flake off vi phrasal | (become detached in thin pieces) | ξεφλουδίζω ρ αμ |
| | The house was so old the paint had begun to flake off. |
| flake out vi phrasal | mainly US, slang (fail to meet obligations) (μεταφορικά) | κάνω πίσω έκφρ |
| | Rick agreed to come to the party with me, but he flaked out at the last minute. |
| flake out on [sb] vi phrasal + prep | mainly US, slang (fail to meet obligations) (αργκό, μεταφορικά) | πουλάω ρ αμ |
| | What? She's not coming? That's it! She's flaked out on me for the last time, we're through. |
| flake out vi phrasal | slang (collapse exhausted, fall asleep) (αργκό, μεταφορικά) | ξεραίνομαι ρ αμ |
| | | καταρρέω ρ αμ |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: