• WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
firmness n (solidity: to the touch)σταθερότητα ουσ θηλ
 The gel had solidified; I could feel its firmness when I touched it.
firmness n (severity, strictness)αποφασιστικότητα, ανυποχωρησία ουσ θηλ
  (μεταφορικά)πυγμή ουσ θηλ
 For once, Zach appreciated his teacher's firmness.
firmness n (resoluteness)αποφασιστικότητα ουσ θηλ
 Firmness of mind is imperative for situations like this one.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'firmness' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση firmness στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «firmness».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!