fern

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈfɜːrn/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/fɝn/ ,USA pronunciation: respelling(fûrn)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fern n (plant with fronds)φτέρη ουσ θηλ
 Kate liked ferns, so she planted several different types in her yard.
 Στην Κέιτ άρεσαν οι φτέρες κι έτσι φύτεψε διάφορα είδη στην αυλή της.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
staghorn fern n (variety of tropical plant) (είδος φτέρης)πλατυκέριο, πλατυκέρατο, ελαφοκέρατο ουσ ουδ
  ελαφοκέρατη φτέρη φρ ως ουσ θηλ
  πλατυκέριουμ ουσ ουδ άκλ
tree fern n (plant: tree-sized fern)φτέρη σε μέγεθος δέντρου
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'fern' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: fern [plants, spores, fronds, stems, leaves], [collect, pick, pluck] fern leaves, [silver, brown, bracken, maidenhair, asparagus] fern, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση fern στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «fern».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!