extenuating

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪkˈstɛnjueɪtɪŋ/US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/ɪkˈstɛnjuˌeɪtɪŋ/

From the verb extenuate: (⇒ conjugate)
extenuating is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres p
Σε αυτή τη σελίδα: extenuating, extenuate

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
extenuating adj (mitigating, making justified)που αποτελεί ελαφρυντικό περίφρ
  που ελαφρύνει, που μετριάζει περίφρ
  που δικαιολογεί περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
extenuate [sth] vtr (mitigate: a crime) (έγκλημα)ελαφρύνω, μετριάζω ρ μ
  (μτφ: έγκλημα)δικαιολογώ ρ μ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'extenuating' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση extenuating στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «extenuating».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!