• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
entice [sb] to do [sth],
entice [sb] into doing [sth]
v expr
(persuade to do) (κπ να κάνει κτ)δελεάζω ρ μ
  παρασύρω ρ μ
  (πιο απλά)πείθω ρ μ
 Ann tried to entice her boss to close the office early on Fridays.
 Η Ανν προσπάθησε να πείσει το αφεντικό της να κλείνει το γραφείο νωρίς τις Παρασκευές.
entice [sb] vtr (attract)γοητεύω, σαγηνεύω ρ μ
  (μεταφορικά)μαγεύω ρ μ
 Brian really liked Zoe, but she was oblivious to all his attempts to entice her.
 Η Ζώη άρεσε πολύ στον Μπράιαν, εκείνη όμως δεν αντιλαμβανόταν τις προσπάθειες του να τη γοητεύσει.
entice [sb] to [sth] vtr + prep (lure)προσελκύω κπ σε κτ ρ μ + πρόθ
  δελεάζω κπ να κάνει κτ περίφρ
 We did our best to entice Tim to the party, but he didn't want to come.
 Κάναμε ό,τι μπορούσαμε για να προσελκύσουμε τον Τιμ στο πάρτι, δεν ήθελε όμως να έρθει.
entice [sb/sth] with [sth] vtr + prep (lure using)δελεάζω κπ/κτ με κτ ρ μ + πρόθ
 Daisy tried to entice the stray dog with food, but it was too nervous to come near her.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση enticed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «enticed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!