devoid

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/dɪˈvɔɪd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/dɪˈvɔɪd/ ,USA pronunciation: respelling(di void′)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
devoid of [sth] adj + prep (lacking, without) (με γενική)που στερείται περίφρ
  (επίσημο: με γενική)στερούμενος μτχ ενεστ
  άνευ επίρ
  (καθομιλουμένη)που δεν έχει, που του λείπει περίφρ
 What Richard wrote is devoid of any interest.
 Αυτό που έγραψε ο Ρίτσαρντ στερείται ενδιαφέροντος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'devoid' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [planet, town, desert] devoid of life, her [voice, face] was devoid of [emotion, happiness], my life is devoid of [meaning, happiness, worth], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση devoid στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «devoid».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!