WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| defy [sth/sb]⇒ vtr | (go against) | αψηφώ, αθετώ ρ μ |
| | | αγνοώ ρ μ |
| | The student defied the teacher's instruction to go to the principal's office and stayed in his seat. |
| | Ο μαθητής αψήφησε την εντολή του δασκάλου να πάει στο γραφείο του διευθυντή και παρέμεινε στη θέση του. |
| | Ο μαθητής αγνόησε την εντολή του δασκάλου να πάει στο γραφείο του διευθυντή και παρέμεινε στη θέση του. |
| defy [sth/sb] vtr | (resist) | αψηφώ ρ μ |
| | Your argument defies all logic. |
| | Το επιχείρημά σου αψηφά κάθε λογική. |
| defy [sb] to do [sth]⇒ vtr | (challenge) (κπ/κτ να κάνει κτ) | προκαλώ ρ μ |
| | I defy you to tell the difference between these two products. |
| | Σε προκαλώ να βρεις ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στα δύο αυτά προϊόντα. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| defy n | mainly US, UK dated (challenge) | πρόκληση ουσ θηλ |
| | | αψήφιση ουσ θηλ |