WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| dabble in [sth] vi + prep | informal (do [sth] occasionally) | δοκιμάζομαι σε, πειραματίζομαι με ρ μ + πρόθ |
| | (καθομιλουμένη, μτφ) | παίζω με, ανακατεύομαι με ρ μ + πρόθ |
| | Although on occasion she would dabble in poetry, her literary reputation is based entirely on her work as a novelist. |
| | Αν και περιστασιακά πειραματίστηκε με την ποίηση, η λογοτεχνική της φήμη βασίστηκε εντελώς στη δουλειά της ως μυθιστοριογράφος. |
| dabble⇒ vi | informal (do [sth] occasionally) | ασχολούμαι περιστασιακά ρ αμ + επίρ |
| | (μεταφορικά) | ανακατεύομαι ρ αμ |
| | "Are you a painter?" "I've been known to dabble." |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Είμαι καθηγητής ιστορίας αλλά ασχολούμαι περιστασιακά και με τη συγγραφή. |
| dabble vi | (duck: feed in water) | τσαλαβουτώ ρ αμ |
| | These ducks often feed by dabbling in shallow water. |