Σε αυτή τη σελίδα: cussed, cursed
Ο όρος 'cussed' παραπέμπει στον όρο 'cursed'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'cussed' is cross-referenced with 'cursed'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cussed adj informal (under a curse)καταραμένος μτχ πρκ
cussed adj informal (very annoying)ενοχλητικός επίθ
  (καθομιλουμένη)σπαστικός επίθ
cussed adj informal, dated (stubborn, argumentative) (καθομιλουμένη)σπαστικός επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cursed,
cussed
adj
(under a curse)καταραμένος μτχ πρκ
  (καθομιλουμένη)μου του έχουν ματιάσει έκφρ
 Trevor seems to have a cursed life; everything he does goes wrong!
cursed adj figurative, dated (damn, damned) (μεταφορικά)καταραμένος μτχ πρκ
  (χυδαίο, αργκό)μαλακισμένος, γαμημένος μτχ πρκ
 This cursed car won't start again.
 Το καταραμένο το αμάξι δεν παίρνει μπρος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cussed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «cussed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!