• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
crier n (person who cries)που κλαίει περίφρ
 You have never been much of a crier, even when you were a baby.
 Ποτέ δεν έκλαιγες πολύ, ούτε όταν ήσουν μωρό.
crier n historical (town crier: announcer) (δημόσιος κήρυκας)ντελάλης, τελάλης ουσ αρσ
  διαλαλητής ουσ αρσ
 The crier rang his bell and the town gathered in the square to hear the news.
crier n (hawker of goods for sale)πλανόδιος επίθ ως ουσ
  μικροπωλητής ουσ αρσ
 On weekends the park is filled with criers selling all kinds of trinkets and food.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
town crier n ([sb] who makes public announcements)δημόσιος κήρυκας ουσ αρσ
 The town crier announced that the criminal would be publicly hanged.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'crier' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση crier στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «crier».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!