WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| be comprised of [sth/sb] v expr | (contain, be made up of) | αποτελούμαι από κπ/κτ ρ αμ + πρόθ |
| | All matter is comprised of atoms. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| comprise [sth]⇒ vtr | (be made up, composed of) | αποτελούμαι από κτ, συνίσταμαι από κτ, συγκροτούμαι από κτ ρ αμ |
| | | περιλαμβάνω ρ μ |
| | The metropolitan area comprises downtown and several suburbs. |
| | Η μετροπολιτική περιοχή αποτελείται από το κέντρο και αρκετά προάστια. |
| comprise [sth] vtr | (constitute) | αποτελώ, συνιστώ, συγκροτώ ρ μ |
| | Men comprise the majority of employees in the information technology field. |
| | Οι άνδρες αποτελούν την πλειοψηφία των εργαζομένων στον τομέα της τεχνολογίας πληροφοριών. |