• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: comprised, comprise

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
be comprised of [sth/sb] v expr (contain, be made up of)αποτελούμαι από κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
 All matter is comprised of atoms.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
comprise [sth]⇒ vtr (be made up, composed of)αποτελούμαι από κτ, συνίσταμαι από κτ, συγκροτούμαι από κτ ρ αμ
  περιλαμβάνω ρ μ
 The metropolitan area comprises downtown and several suburbs.
 Η μετροπολιτική περιοχή αποτελείται από το κέντρο και αρκετά προάστια.
comprise [sth] vtr (constitute)αποτελώ, συνιστώ, συγκροτώ ρ μ
 Men comprise the majority of employees in the information technology field.
 Οι άνδρες αποτελούν την πλειοψηφία των εργαζομένων στον τομέα της τεχνολογίας πληροφοριών.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση comprised στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «comprised».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!