complication

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌkɒmplɪˈkeɪʃən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˌkɑmplɪˈkeɪʃən/ ,USA pronunciation: respelling(kom′pli kā′shən)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
complication n (difficulty, problem: in plan) (δυσκολία, πρόβλημα σε σχέδιο)επιπλοκή, περιπλοκή ουσ θηλ
 We've run into a complication with our supplier.
 Αντιμετωπίζουμε μια επιπλοκή με τον προμηθευτή μας.
complication n often plural (medicine: secondary condition) (ιατρική)επιπλοκή ουσ θηλ
 The operation was a success but she later died of complications.
 Η εγχείρηση ήταν επιτυχημένη, όμως η ασθενής πέθανε αργότερα από επιπλοκές.
complication n uncountable (lack of simplicity)πολυπλοκότητα ουσ θηλ
 The complication of modern life makes the past look attractive.
 Η πολυπλοκότητα της σύγχρονης ζωής κάνει το παρελθόν να φαντάζει ελκυστικό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'complication' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση complication στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «complication».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!