Σε αυτή τη σελίδα: circumcised, circumcise

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
circumcised adj (penis: having had foreskin removed)με περιτομή περίφρ
  (επίσημο)περιτμημένος μτχ πρκ
circumcised adj (male: having had foreskin removed)που έχει κάνει περιτομή περίφρ
  (επίσημο)περιτμημένος μτχ πρκ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
circumcise [sb] vtr (male: remove foreskin) (σε κάποιον)κάνω περιτομή περίφρ
  περιτέμνω ρ μ
 Many baby boys in the U.S. are circumcised.
circumcise [sb] vtr (female: remove clitoris) (σε κάποια)κάνω κλειτοριδεκτομή περίφρ
  κάνω γυναικεία περιτομή περίφρ
 In some parts of Africa, girls are still circumcised.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση circumcised στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «circumcised».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!