• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
celiac (US),
coeliac (UK)
adj
(suffering from celiac disease)που πάσχει από κοιλιοκάκη περίφρ
 My sister is celiac, so she cannot eat gluten.
celiac (US),
coeliac (UK)
adj
(anatomy: relating to the abdomen)κοιλιακός επίθ
 The celiac artery carries oxygenated blood to the abdominal organs.
celiac (US),
coeliac (UK)
n
(person with celiac disease)ασθενής με κοιλιοκάκη φρ ως ουσ αρσ/θηλ
  που πάσχει από κοιλιοκάκη περίφρ
 This product is not suitable for coeliacs as it contains barley.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
celiac disease (US),
coeliac disease (UK)
n
(intestinal disorder) (ασθένεια)κοιλιοκάκη ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'celiac' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση celiac στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «celiac».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!