WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| catfight n | informal, disapproving (fight between women) (αργκό) | γκομενοκαυγάς ουσ αρσ |
| | (μεταφορικά) | ξεμμάλιασμα, μαλλιοτράβηγμα ουσ ουδ |
| | (αν εννοείται από τα συμφραζόμενα) | καυγάς, καβγάς, τσακωμός ουσ αρσ |
Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "catfight" στο Greek φόρουμ.catfight - English Only forum
- Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «catfight».
Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά