• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
biologically adv (of living organisms)βιολογικά επίρ
  από βιολογικής άποψης περίφρ
 Asbestos is a biologically hazardous material.
biologically adv (by birth, by blood)εκ γενετής φρ ως επίρ
  από τη φύση μου, εκ φύσεως φρ ως επίρ
  βιολογικά επίρ
  εξ αίματος φρ ως επίρ
 Shelley is my step-sister; we are not related biologically.
biologically adv (detergent: with enzymes)με βιολογικό τρόπο περίφρ
  με βιολογικό καθαρισμό περίφρ
 This detergent washes biologically.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'biologically' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση biologically στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «biologically».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!