bicarbonate

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/baɪˈkɑːbənɪt/

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/baɪˈkɑrbənɪt, -ˌneɪt/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(bī kärbə nit, -nāt′)


  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bicarbonate n (chemistry: acid salt)διττανθρακικός ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bicarb n informal, abbreviation (bicarbonate of soda)σόδα ουσ θηλ
bicarbonate of soda (UK),
baking soda (US)
n
(powder used in baking) (επίσημο)διττανθρακικό νάτριο επίθ + ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)σόδα ουσ θηλ
  μαγειρική σόδα επίθ + ουσ θηλ
 Bicarbonate of soda is the raising agent used in soda bread.
bicarbonate of soda,
sodium bicarbonate
n
(effervescent chemical compound) (επίσημο)διττανθρακικό νάτριο ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)σόδα ουσ θηλ
  μαγειρική σόδα επίθ + ουσ θηλ
 Bicarbonate of soda will foam and hiss when mixed with vinegar.
 Το διττανθρακικό νάτριο αφρίζει και κάνει ένα συριγμό όταν αναμειχθεί με ξύδι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'bicarbonate' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bicarbonate στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «bicarbonate».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!