• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
barbed wire,
also US: barb wire,
barbwire
n
(spiked wire)αγκαθωτό συρματόπλεγμα επίθ + ουσ ουδ
 The farmer has put up barbed wire round his field to deter trespassers.
barbed-wire,
also US: barb-wire,
barbwire
n as adj
(made of spiked wire)με αγκαθωτό συρματόπλεγμα περίφρ
  από αγκαθωτό συρματόπλεγμα περίφρ
 The prisoners were held inside a barbwire enclosure.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
barbed-wire fence,
also US: barbwire fence,
barb-wire fence
n
(metal security fence)φράχτης με αγκαθωτό συρματόπλεγμα φρ ως ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση barbwire στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «barbwire».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!