autism

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɔːtɪzəm/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈɔtɪzəm/ ,USA pronunciation: respellingtiz əm)

  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
autism n (neuroatypical condition)αυτισμός ουσ αρσ
 Rob's autism means he finds it difficult to maintain eye contact.
 Το γεγονός ότι ο Ρομπ έχει αυτισμό σημαίνει ότι δυσκολεύεται να διατηρήσει βλεμματική επαφή.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
ASD n initialism (autism spectrum disorder) (σντμ: διαταραχή φάσματος αυτισμού)ΔΑΦ ουσ θηλ άκλ
the autism spectrum n (autism: range of conditions)αυτιστικό φάσμα επίθ + ουσ ουδ
  το φάσμα του αυτισμού φρ ως ουσ ουδ
autism spectrum disorder n (neurodivergent condition)διαταραχή φάσματος αυτισμού φρ ως ουσ θηλ
on the autism spectrum,
on the autistic spectrum
expr
(neuroatypical)στο φάσμα του αυτισμού έκφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'autism' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση autism στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «autism».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!