Σε αυτή τη σελίδα: anticipated, anticipate

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
anticipated adj (expected)αναμενόμενος μτχ πρκ
 The concert did not attract the anticipated crowd of people.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
anticipate [sth] vtr (expect)αναμένω, περιμένω ρ μ
  (κάτι καλό)προσδοκώ ρ μ
 The police anticipate trouble at the protest march.
 Η αστυνομία περιμένει επεισόδια στη διαδήλωση.
anticipate [sth] to do [sth] v expr (expect) (κτ να κάνει κτ)αναμένω, περιμένω ρ μ
  (κάτι καλό)προσδοκώ ρ μ
 The doctor anticipated the results of the blood work to arrive on Tuesday, but they were delayed.
 Ο γιατρός περίμενε τα αποτελέσματα των εξετάσεων αίματος να έρθουν την Τρίτη, αλλά άργησαν.
anticipate,
anticipate that
vtr
(with clause: expect) (ότι/πως)αναμένω, περιμένω ρ μ
 The manager anticipates that the store will reopen in March, once the renovation is complete.
anticipate doing [sth] v expr (expect to do) (να κάνω κάτι)αναμένω, περιμένω ρ μ
  (κάτι καλό)προσδοκώ ρ μ
 I never anticipated retiring at age 59.
 Δεν περίμενα ποτέ να πάρω σύνταξη στα 59.
anticipate [sth] vtr (act to pre-empt)προβλέπω ρ μ
  (δρω πριν γίνει)προλαμβάνω ρ μ
 The chess master anticipated his opponent's next move and swiftly blocked it.
 Ο εξπέρ σκακιστής προέβλεψε την επόμενη κίνηση του αντιπάλου του και τον μπλόκαρε άμεσα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
anticipate [sth] vtr (do [sth] before requested or ordered)προβλέπω ρ μ
  (δρω πριν γίνει)προλαμβάνω ρ μ
 The capable assistant anticipated the printer running out of paper, and restocked it ahead of time.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
anticipated | anticipate
ΑγγλικάΕλληνικά
not anticipated adj (unexpected, unforeseen)απρόβλεπτος, αναπάντεχος επίθ
 The sudden fall in house prices was not anticipated, and many people lost money.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'anticipated' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση anticipated στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «anticipated».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!