acuity

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/æˈkjuːɪti/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/əˈkjuɪti/ ,USA pronunciation: respelling(ə kyo̅o̅i tē)

  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
acuity n (mental sharpness)οξύνοια ουσ θηλ
  (πνεύματος)οξύτητα ουσ θηλ
 The professor is known for his acuity of mind.
acuity n (sharp vision) (οπτική)οξύτητα ουσ θηλ
 These new glasses should improve the acuity of your vision.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
mental acuity n (sharpness of mind)διανοητική οξύτητα επίθ + ουσ θηλ
  ευφυΐα ουσ θηλ
visual acuity n (sharp vision)oπτική οξύτητα επίθ + ουσ θηλ
 Visual acuity diminishes as we get older.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'acuity' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση acuity στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «acuity».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!