Son

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsʌn/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/sʌn/ ,USA pronunciation: respelling(sun)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Ο όρος 'Son' παραπέμπει στον όρο 'son'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'Son' is cross-referenced with 'son'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
son n (male child)γιος ουσ αρσ
  (επίσημο)υιός ουσ αρσ
 His son's name is Matt.
 Ο γιος του λέγεται Ματ.
son,
Son
interj
(term of address: young man)νεαρέ μου, αγόρι μου, γιε μου έκφρ
  (συχνά αυστηρό)νεαρέ ουσ αρσ
 Son, you'd better watch your manners!
 Αγόρι μου, το καλό που σου θέλω να προσέχεις τους τρόπους σου!
 Νεαρέ, το καλό που σου θέλω να προσέχεις τους τρόπους σου!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
son n figurative (descendant)απόγονος ουσ αρσ
  (μεταφορικά)παιδί ουσ ουδ
  (μτφ, επίσημο)τέκνο ουσ ουδ
 "Are you not sons of Adam, who was created from dust?"
son n figurative (member, associate) (μεταφορικά)τέκνο ουσ ουδ
 He is a true son of this university.
son,
Son
n
(Christianity: Jesus Christ)Υιός ουσ αρσ κύρ
 The Trinity consists of the Father, the Son and the Holy Spirit.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
foster son n (boy adopted temporarily)θετός γιος ουσ αρσ
 Sally's foster son is called Nathan.
like father,
like son
expr
(he behaves like his father)κατά μάνα κατά κύρη, κατά γιο και θυγατέρα έκφρ
  το μήλο κάτω από τη μηλιά θα πέσει έκφρ
native son n ([sb] born in specific place)ντόπιος επίθ ως ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)γέννημα-θρέμμα έκφρ
only-begotten Son of the Father n Bible (Christianity: Jesus Christ) (Χριστιανισμός)ο Υιός του Θεού ο Μονογενής φρ ως ουσ αρσ
son et lumière n Gallicism (sound-and-light show)παράσταση με ήχο και φως φρ ως ουσ θηλ
son of a bitch,
son-of-a-bitch,
sonofabitch
n
pejorative, vulgar, offensive, informal (despicable man) (καθομιλουμένη, προσβλητικό)καθίκι, κάθαρμα, τομάρι ουσ ουδ
  (αργκό, υβριστικό)μαλάκας ουσ αρσ
  (αργκό, χυδαίο)αρχίδι ουσ ουδ
 That son of a bitch should be locked away for good.
 I'm going to kill that sonofabitch.
son of a gun,
son-of-a-gun
n
US, slang, pejorative (man: rogue)αλήτης ουσ αρσ
Σχόλιο: Often used jocularly to show affection.
Son of a gun! interj US, slang (surprise) (αργκό)Πω ρε φίλε! επίφ
  (αργκό, προσβλητικό)Πω ρε μαλάκα! επίφ
 Son of a gun! - it's snowing again.
son of God n (Christianity: Jesus Christ)Υιός του Θεού, Ιησούς Χριστός έκφρ
 The Son of God died for our sins.
son-in-law,
plural: sons-in-law
n
(daughter or son's husband)γαμπρός ουσ αρσ
 My daughter and son-in-law are coming over tomorrow for dinner.
stepson,
step-son
n
(spouse's male child)προγονός ουσ αρσ
  (αν έχει γίνει υιοθεσία)θετός γιος επίθ + ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)γιος από προηγούμενο γάμο περίφρ
  (αννάλογα την περίπτωση)ο γιος της γυναίκας μου, ο γιος του άντρα μου περίφρ
 Dana loves her stepson as if he were her own child.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Son' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Son στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «Son».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!