• WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
snide adj (action: sneering)χλευαστικός, δηκτικός επίθ
  ειρωνικός επίθ
  υποτιμητικός επίθ
 Victoria gave the homely girl a snide look.
snide adj (comment, communication: malicious)κακεντρεχής, κακόβουλος επίθ
  γεμάτος κακία φρ ως επίθ
Σχόλιο: Συχνά, ο συνδυασμός «snide comment» αποδίδεται ως «υπαινιγμός».
 The minister's snide tweets were clearly an attempt to belittle his rival.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
snide adj (person: devious, underhand)δόλιος επίθ
  κακόβουλος επίθ
 The snide politician avoided all the complicated questions.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Snider στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «Snider».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!