• WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sneaker n US, usually plural (trainer: sports shoe) (συνήθως πληθυντικός)αθλητικό παπούτσι επίθ + ουσ ουδ
  αθλητικά επίθ ως ουσ ουδ πλ
  (πιο καθημερινά παπούτσια)sneakers ουσ ουδ πλ
 I was shocked that he paid more than $100 for a pair of sneakers.
 Σοκαρίστηκα που πλήρωσε πάνω από 100 δολάρια για ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια.
sneaker n informal, dated (computing: hacker)εισβολέας ουσ αρσ/θηλ
  (καθομιλουμένη)χάκερ ουσ αρσ/θηλ άκλ
 The sneaker is known for infiltrating the servers of large corporations.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Sneakers στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «Sneakers».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!