• WordReference
  • Definition
Σε αυτή τη σελίδα: pp, p

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pp npl abbreviation (pages)σελ. ουσ θηλ άκλ
 Please read pp 50–65 and write a one-paragraph response.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
p,
P
n
(16th letter of alphabet) (λατινικό αλφάβητο)P, p ουσ ουδ άκλ
  (αντιστοιχία στο ελληνικό αλφάβητο)Π, π, πι ουσ ουδ άκλ
 How many Ps are there in the past tense of "worship"?
p,
plural: pence
n
UK, invariable, abbreviation (penny)σεντ ουσ ουδ άκλ
 I can remember when a bag of crisps cost no more than 5p.
p,
p.,
pg,
pg.,
plural: pp
n
written, abbreviation (page) (σελίδα, συντομογραφία)σελ. ουσ θηλ άκλ
 See the table on p7 for an explanation.
 Κοίτα τον πίνακα στη σελ. 7 για εξήγηση.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
p | pp
ΑγγλικάΕλληνικά
ASAP,
A.S.A.P.,
asap,
a.s.a.p.
adv
acronym (as soon as possible)το συντομότερο δυνατόν, το συντομότερο δυνατό, το συντομότερο φρ ως επίρ
  όσο πιο γρήγορα γίνεται φρ ως επίρ
Σχόλιο: Most commonly used in American English as an acronym, and in British English as an initialism
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχη συντομογραφία.
 Please send your reply to the following address ASAP.
BP,
B.P.,
bp,
b.p.
n
initialism (finance: basis point)μονάδα βάσης φρ ως ουσ θηλ
BP,
B.P.,
bp,
b.p.
n
initialism (business: bills payable)συναλλαγματικές πληρωτέες επίθ + ουσ θηλ πλ
bp,
b.p.
n
initialism (chemistry: boiling point)σημείο βρασμού φρ ως ουσ ουδ
BP,
B.P.,
bp,
b.p.
adj
initialism (alcohol: below proof)κάτω του ορίου έκφρ
fps,
f.p.s.
n
abbreviation, usually plural (foot per second) (μονάδα μέτρησης)πόδια ανά δευτερόλεπτο περίφρ
fps,
f.p.s.
n
abbreviation, usually plural (film: frame per second)καρέ ανά δευτερόλεπτο, πλαίσια ανά δευτερόλεπτο περίφρ
h.p.,
hp,
HP
n
initialism (horsepower)ιπποδύναμη ουσ ουδ άκλ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)άλογα ουσ ουδ πλ
HP,
H.P.,
hp,
h.p.
adj
initialism (high-pressure)υψηλής πίεσης περίφρ
mind your p's and q's v expr informal (show good manners)προσέχω τους τρόπους μου έκφρ
p's and q's (manners, behavior)τρόποι ουσ αρσ πλ
PA,
p.a.
adv
written, initialism (per annum)κατ' έτος, ανά έτος φρ ως επίρ
  τον χρόνο φρ ως επίρ
 Bob earns £78,000 PA.
pj's,
p.j.'s,
P.J.'s
n
informal, abbreviation (pajamas, pyjamas) (συχνά πληθυντικός)πυτζάμα ουσ θηλ
p.m.,
pm,
P.M.,
PM
adv
initialism (post meridiem: in the afternoon) (σντμ: μετά μεσημβρίαν)μ.μ. επίρ
 I'll pick you up at 4 p.m.
 Θα σε πάρω στις 4 μ.μ.
p.m.,
pm,
P.M.,
PM
adv
initialism (post meridiem: in the evening) (σντμ: μετά μεσημβρίαν)μ.μ. επίρ
 I like to be in bed by 9.30 PM.
 Μου αρέσει να είμαι στο κρεβάτι στις 9.30 μ.μ.
postmeridian,
pm,
p.m.
adj
(afternoon or evening) (απόγευμα)απογευματινός επίθ
  (βράδυ)βραδυνός επίθ
  (παλαιό: απόγευμα)μεταμεσημβρινός επίθ
  (βράδυ)εσπερινός επίθ
ppr,
p.pr.
n
written, abbreviation (present participle)μετοχή ενεστώτα φρ ως ουσ θηλ
pt,
p.t.
adj
initialism (pro tempore)προσωρινός επίθ
pt,
p.t.
n
initialism (past tense)αόριστος ουσ αρσ
this p.m.,
this pm,
this P.M.,
this PM
adv
informal (this afternoon)σήμερα το απόγευμα φρ ως επίρ
  το απόγευμα φρ ως επίρ
 Let's take a walk in the park this p.m.
this p.m.,
this pm,
this P.M.,
this PM
adv
informal (this evening)σήμερα το βράδυ φρ ως επίρ
  το βράδυ, το βραδάκι φρ ως επίρ
 I'll meet you at the bar this p.m.
VP,
V.P.,
V. Pres.,
vp,
v-p
n
initialism (vice president)αντιπρόεδρος ουσ αρσ/θηλ
VP,
vp,
v.p.
n
written, initialism (grammar: verb phrase)ρηματική φράση επίθ + ουσ θηλ
wpm,
w.p.m.
npl
written, abbreviation (typing speed: words per minute)λέξεις ανά λεπτό περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση PP στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «PP».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!