Showing results for:

lion

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈlaɪənz/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(līənz)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lion,
f: lioness
n
(big cat) (αρσενικό και θηλυκό)λιοντάρι ουσ ουδ
  (θηλυκό λιοντάρι)λέαινα, λιονταρίνα ουσ θηλ
  (παλαιό, αρσενικό)λέων, λέοντας ουσ αρσ
 The lion has the nickname "King of the Jungle", but lions actually live on the savannah.
 Το λιοντάρι έχει το ψευδώνυμο «Βασιλιάς της Ζούγκλας», αλλά στην πραγματικότητα τα λιοντάρια ζούνε στη σαβάνα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lion n figurative (person: important figure) (μεταφορικά)κολοσσός ουσ αρσ
Σχόλιο: Preceded by an adjective or modifier.
 Hemingway was one of the literary lions of his era.
 Ο Χέμινγουεϊ ήταν ένας από τους κολοσσούς της λογοτεχνίας της εποχής του.
lion of [sth] n figurative (person: important figure)ηγετική φυσιογνωμία επίθ + ουσ θηλ
  που παίζει σημαντικό ρόλο περίφρ
 Jean Renoir was a lion of 20th-century French cinema.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
lion cub n (baby lion)λιονταράκι ουσ ουδ
  το μικρό του λιονταριού περίφρ
  μικρό λιοντάρι επίθ + ουσ ουδ
 The lion cub will stay with the pride until it's old enough to hunt for itself.
lion tamer n (circus: [sb] who trains lions)δαμαστής λιονταριών, δαμάστρια λιονταριών φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
lion's den n (lair of big cat)φωλιά ουσ θηλ
  (κατά λέξη)φωλιά λιονταριού περίφρ
lion's den n figurative (dangerous place) (μεταφορικά)ο λάκκος με τα λιοντάρια, η φωλιά του λιονταριού, ο λάκος με τα φίδια έκφρ
  (μεταφορικά)το στόμα του λύκου έκφρ
 I was enthusiastic about my new job, but soon found I had been thrown into a lion's den of excessively demanding bosses and envious colleagues.
the lion's share n figurative (largest portion of [sth])μερίδα του λέοντος φρ ως ουσ θηλ
lionhearted,
also UK: lion-hearted
adj
figurative (brave) (παλαιό, λόγιο)λεοντόκαρδος επίθ
  γενναίος, θαρραλέος επίθ
  ατρόμητος επίθ
mountain lion n (wild cat: puma, cougar)πάνθηρας ουσ αρσ
  κούγκαρ, πούμα ουσ ουδ άκλ
Σχόλιο: κούγκαρ, πούμα: ξενικό, άκλιτο
 At dusk, the mountain lion stalks its prey.
sea lion n (large seal) (θαλάσσιο ζώο)θαλάσσιος λέων έκφρ
 Sea lions eat huge quantities of fish.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Lions' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Lions στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «Lions».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!