Female

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈfiːmeɪl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈfimeɪl/ ,USA pronunciation: respelling(fēmāl)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
female n (biology)θηλυκό επίθ ως ουσ ουδ
 The female of the species is more deadly than the male.
 Σε αυτό το είδος, το θηλυκό είναι φονικότερο από το αρσενικό.
female n (woman)γυναίκα ουσ θηλ
  (υποτιμητικό)θηλυκό ουσ ουδ
 She was the first female to become President.
 Ήταν η πρώτη γυναίκα που κατάφερε να γίνει Πρόεδρος.
female adj (feminine, of female sex) (για ζώα)θηλυκός επίθ
  (επίσημο, παλαιό)θήλυς επίθ
  (για ανθρώπους)γυναικείος επίθ
  γυναίκα ουσ ως επίθ
 During the heatwave, Tom was envious of his female colleagues who could wear lighter clothing rather than a suit.
 As a woman, I sometimes prefer to see a female doctor for certain things.
 Female cats get pregnant a lot if you don't have them spayed.
 Οι θηλυκές γάτες μένουν συχνά έγκυες αν δεν στειρωθούν.
 Κατά τη διάρκεια του καύσωνα ο Τομ ζήλευε τις γυναίκες συναδέλφους του μπορούσαν να φοράνε πιο λεπτά ρούχα. // Ως γυναίκα, ορισμένες φορές προτιμώ τις γυναίκες γιατρούς για κάποια θέματα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
alpha female n slang (strong woman)γυναίκα με αυτοπεποίθηση και δύναμη
  (μεταφορικά)κυρίαρχο θηλυκό επίθ + ουσ ουδ
circumcision,
female circumcision
n
(female: clitoridectomy)κλειτοριδεκτομή ουσ θηλ
  γυναικεία περιτομή επίθ + ουσ θηλ
 Female circumcision has become a major issue among human rights groups.
female genital mutilation n (removal of external female genitalia)ακρωτηριασμός γυναικείων γεννητικών οργάνων φρ ως ουσ αρσ
FGM n initialism (female genital mutilation)ακρωτηριασμός γυναικείων γεννητικών οργάνων φρ ως ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Female' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Female στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «Female».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!