• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
ark,
Ark
n
(Noah's Ark: biblical boat)η Κιβωτός του Νώε φρ ως ουσ θηλ
  κιβωτός ουσ θηλ
 According to the Bible story, Noah built the ark to save human and animal life from a great flood.
ark,
Holy Ark
n
(sacred container)Κιβωτός της Διαθήκης περίφρ
 The ark in a synagogue holds the sacred scrolls of the Torah.
 Στις συναγωγές, η Κιβωτός της Διαθήκης περιέχει τα ιερά έγγραφα της Τόρα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Ark.' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
ark

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Ark. στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «Ark.».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!