|
|
Θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε ότι πρόκειται για ένα εικονικό λεξικό, το οποίο δημιουργήθηκε συνδυάζοντας το Αγγλικά=>Ελληνικά με το Αγγλικά=>Αραβικά λεξικό. Η ποιότητα των αποτελεσμάτων ενδέχεται να μην είναι εξίσου καλή με εκείνη των υπόλοιπων λεξικών του WordReference. WordReference Ελληνικά-Αραβικά Virtual Dictionary © 2026: Θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε ότι πρόκειται για ένα εικονικό λεξικό, το οποίο δημιουργήθηκε συνδυάζοντας το Αγγλικά=>Ελληνικά με το Αγγλικά=>Αραβικά λεξικό. Η ποιότητα των αποτελεσμάτων ενδέχεται να μην είναι εξίσου καλή με εκείνη των υπόλοιπων λεξικών του WordReference. | Κύριες μεταφράσεις |
αθεμελίωτος, αβάσιμος, αστήρικτοςFrom the English "unfounded" επίθ | | لا أساس له من الصحة، عارٍ عن الصحة |
| αβάσιμοςFrom the English "groundless" επίθ | | لا أساس له |
| | | لا مبرر له |
αβάσιμος, που δεν έχει βάσηFrom the English "without foundation" επίθ,περίφρ | | ليس له أساس من الصحة |
| | اتهاماتك ليس لها أي أساس من الصحة. |
αβάσιμος, που δεν έχει λογικήFrom the English "without rhyme or reason" επίθ,περίφρ | | غير مبرَّر |
αβάσιμος, αστήριχτος, μη βιώσιμοςFrom the English "untenable" επίθ,περίφρ | | متعذر الدفاع عنه، متعذر الاحتفاظ به |
αβάσιμος, ατεκμηρίωτος, που δεν επιβεβαιώνεται, που δεν έχει επιβεβαιωθείFrom the English "unsupported" επίθ,περίφρ | | غير مُوثَّق، لا سند له |
αβάσιμος, αστήρικτος, ανυπόστατος, ατεκμηρίωτος, αθεμελίωτοςFrom the English "unsubstantial" επίθ,επίθ,επίθ | (χωρίς απόδειξη) | بلا مضمون، واهٍ، لا قوام له |
αβάσιμος, αστήρικτος, αθεμελίωτοςFrom the English "ill-formed" επίθ | | لا أساس له |
| | | لا أساس له من الصحة |
αστήρικτος, αβάσιμος, αθεμελίωτοςFrom the English "baseless" επίθ | | لا أساس له من الصحة |
που δεν είναι πιστευτός, απίθανος, αβάσιμος, απίστευτοςFrom the English "unbelievable" περίφρ,επίθ,επίθ | | غير منطقي، غير قابل للتصديق |
| | الأسباب التي يعطيها روبرت ليبرّر تأخره عن العمل غير قابلة للتصديق، لذا يجب أن نطرده. |
ατεκμηρίωτος, αβάσιμος, διάτρητος, ψευτο-From the English "flimsy" επίθ,επίθ,α' συνθετικό | (عذر) | واهٍ |
| | تأتي كل يوم متأخرة، وكل يوم تقدّم عذرًا واهيًا. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
αυθαίρετος, αβάσιμος, αστήρικτος, αθεμελίωτος, ανυπόστατοςFrom the English "soft" επίθ,επίθ | | غير محقق، غير مؤكد |
|
|