WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
well spent,
well-spent
adj
(money: used for [sth] good or useful) (για χρήματα)που έπιασε τόπο έκφρ
well spent,
well-spent
adj
(time: passed enjoyably) (ο χρόνος)που άξιζε τον κόπο έκφρ
  (η δραστηριότητα)που άξιζε έκφρ
 I enjoyed the movie; that was two hours well spent.
well spent,
well-spent
adj
(time: used efficiently) (ο χρόνος)που αξιοποιήθηκε αποδοτικά έκφρ
  που άξιζε τον κόπο έκφρ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση well spent στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «well spent».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!