tutoring

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈtjuːtərɪŋ/

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: tutoring, tutor

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tutoring n (private lessons)ιδιαίτερα μαθήματα φρ ως ουσ ουδ πλ
  (καθομιλουμένη)ιδιαίτερο επίθ ως ουσ ουδ
 The school offers tutoring in the evenings.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tutor n (private teacher)καθηγητής, καθηγήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
  δάσκαλος, δασκάλα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (παλαιό)προγυμναστής, προγυμνάστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (κατά λέξη)καθηγητής που κάνει ιδιαίτερα περίφρ
 Rick was struggling in maths, so his parents got him a tutor.
 Ο Ρικ ζοριζόταν στα μαθηματικά και έτσι οι γονείς του του βρήκαν καθηγητή.
tutor n UK (university: teacher of small group)καθηγητής, καθηγήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία καθώς ο ελληνικός όρος είναι πιο γενικός.
 The two students discussed their essays with the tutor.
 Οι δύο φοιτητές συζήτησαν τις εργασίες τους με τον καθηγητή.
tutor n UK (university: mentor)ακαδημαϊκός σύμβουλος φρ ως ουσ αρσ
 Ben asked his tutor for a reference.
 Ο Μπεν ζήτησε από τον ακαδημαϊκό του σύμβουλο μια συστατική επιστολή.
tutor [sb] vtr (be a mentor to: a student)καθοδηγώ, συμβουλεύω ρ μ
 Lecturers are expected to tutor students, in addition to their teaching and research duties.
 Αναμένεται από τους λέκτορες να συμβουλεύουν τους φοιτητές, παράλληλα με τη διδασκαλία και τα ερευνητικά τους καθήκοντα.
tutor [sb] vtr (give private lessons to [sb](σε κάποιον)κάνω ιδιαίτερα, κάνω ιδιαίτερα μαθήματα, κάνω μαθήματα περίφρ
  παραδίδω ιδιαίτερα, παραδίδω ιδιαίτερα μαθήματα, παραδίδω μαθήματα περίφρ
 When she was at university, Catherine made extra money by tutoring some schoolkids.
 Όταν ήταν στο πανεπιστήμιο η Κατερίνα έβγαζα κάποια επιπλέον χρήματα κάνοντας ιδιαίτερα σε μαθητές.
tutor [sb] in [sth] vtr + prep (give private lessons in [sth](με γενική ή σε κτ)κάνω ιδιαίτερα σε κπ περίφρ
 James tutors three teenagers in French.
 Ο Τζείμς κάνει ιδιαίτερα γαλλικών σε τρεις εφήβους.
 Ο Τζείμς κάνει ιδιαίτερα στα γαλλικά σε τρεις εφήβους.
tutor vi (give private lessons)κάνω ιδιαίτερα, κάνω ιδιαίτερα μαθήματα, κάνω μαθήματα περίφρ
  παραδίδω ιδιαίτερα, παραδίδω ιδιαίτερα μαθήματα, παραδίδω μαθήματα περίφρ
 Linda tutors to earn extra cash.
 Η Λίντα κάνει ιδιαίτερα για να βγάλει επιπλέον χρήματα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Σύνθετοι τύποι:
tutor | tutoring
ΑγγλικάΕλληνικά
form tutor n UK (teacher assigned to a class) (σχολείο)υπεύθυνος καθηγητής τμήματος περίφρ
 If you have a problem, you should speak to your form tutor.
private tutor n (teacher for one person)καθηγητής, καθηγήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
  καθηγητής που κάνει ιδιαίτερα, καθηγήτρια που κάνει ιδιαίτερα περίφρ
 The family hired a private tutor for their son.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση tutoring στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «tutoring».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!