Σε αυτή τη σελίδα: sugar-coated, sugarcoat

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sugar-coated adj (food: sweet exterior layer)επικαλυμμένος με ζάχαρη περίφρ
sugar-coated adj figurative (made more pleasant)εξωραϊσμένος μτχ πρκ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sugarcoat [sth] (US),
sugar-coat [sth] (UK)
vtr
figurative (disguise [sth]'s unpleasantness)ωραιοποιώ ρ μ
  (μεταφορικά: για κάτι)χρυσώνω το χάπι έκφρ
 Although the teacher tried to sugarcoat it, the students understood the seriousness of the news.
sugarcoat [sth] (US),
sugar-coat [sth] (UK)
vtr
(cover with sugar) (γλάσο)γλασάρω ρ μ
  (ζαχαρόπαστα)καλύπτω κτ με ζαχαρόπαστα έκφρ
 The chef sugarcoated some grapes to decorate the top of the cake.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Σύνθετοι τύποι:
sugar-coated | sugarcoat
ΑγγλικάΕλληνικά
sugar-coated pill n figurative ([sth] made superficially more pleasant) (μεταφορικά)κτ που χρυσώνει το χάπι περίφρ
 I'm sure these new job titles are just a sugar-coated pill.
 Είμαι σίγουρος ότι αυτοί οι νέοι τίτλοι εργασίας είναι απλά για να μας χρυσώνουν το χάπι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'sugar-coated' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sugar-coated στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «sugar-coated».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!