slavery

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsleɪvəri/

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/ˈsleɪvəri, ˈsleɪvri/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(slāvə rē, slāvrē)


  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
slavery n (owning slaves)δουλεία ουσ θηλ
  (επίσημο)δουλοκτημοσύνη ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)σκλαβιά ουσ θηλ
 Slavery in the New World began in the 16th century.
 Η δουλεία ξεκίνησε το 16ο αιώνα στο Νέο Κόσμο.
slavery n figurative (hard work) (μεταφορικά)δουλεία, σκλαβιά ουσ θηλ
 Working for Thompson Brothers was sheer slavery.
 Το να δουλεύει κανείς στους Αδελφούς Τόμσον ήταν σκέτη δουλεία (or: σκλαβιά).
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
chattel slavery n (slaves as property)δουλοκτησία ουσ θηλ
  κατοχή δούλων φρ ως ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'slavery' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [child, sex, sexual, domestic] slavery, a [life, decade, bond] of slavery, the [end, abolishment] of slavery, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση slavery στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «slavery».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!