| Κύριες μεταφράσεις |
| beacon n | (signal from lighthouse) | φως του φάρου περίφρ |
| | (πιο απλά, αν και ανακριβές) | φάρος ουσ αρσ |
| | Despite the rain, the ship's crew could see the beacon from shore ahead. |
| | Παρά τη βροχή, το πλήρωμα του πλοίου έβλεπε το φως του φάρου στην ακτή από μακριά. |
| beacon n | figurative ([sth] inspiring) (μεταφορικά) | φάρος, πυρσός ουσ αρσ |
| | | πηγή έμπνευσης φρ ως ουσ θηλ |
| | The speaker's words were like a beacon of inspiration for the crowd. |
| | Τα λόγια του ομιλητή ήταν μια πηγή έμπνευσης για το πλήθος. |
beacon, radio beacon n | (station transmitting radio signals) | ραδιοφάρος ουσ αρσ |
| | The signal should be strong since there's a beacon nearby. |
| | Το σήμα πρέπει να είναι δυνατό αφού υπάρχει ραδιοφάρος κοντά. |
| beacon n | UK (Belisha beacon: light at crossing) | είδος φαναριού που επισημαίνει τις διαβάσεις πεζών |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. |
| | The addition of a beacon to the pedestrian crossing has reduced the number of accidents. |
| beacon n | (lighthouse, buoy, etc. to guide ships) | φάρος ουσ αρσ |
| | Due to the storm and rough waters, the crew couldn't see the beacon until they were very close to it. |
| | Εξαιτίας της καταιγίδας και της άγριας θάλασσας, το πλήρωμα δεν μπορούσε να δει τον φάρο μέχρι που έφτασαν πολύ κοντά του. |
| beacon n | (signal fire) | φωτιά ουσ θηλ |
| | | πυρσός ουσ αρσ |
| | (αρχαιότητα) | φρυκτωρία ουσ θηλ |
| | The news of invading troops was often communicated via beacons on hills in ancient times. |
| | Τα νέα για εισβολές στρατευμάτων συχνά διαδίδονταν με φωτιές στους λόφους στην αρχαιότητα. |
| beacon n | figurative ([sth] or [sb] who acts as guide) (μεταφορικά) | οδηγός ουσ αρσ/θηλ |
| | Mr. Jones has been our beacon through the long and confusing legal process. |
| | Ο κ. Τζόουνς ήταν ο οδηγός μας κατά τη μακρά και πολύπλοκη νομική διαδικασία. |