| Κύριες μεταφράσεις |
| promise n | (firm assurance) | υπόσχεση ουσ θηλ |
| | As far as I'm concerned, Helen's promise is all the guarantee I need that she will do it. |
| | Για μένα, η υπόσχεση της Έλεν μου φτάνει για να είμαι βέβαιος ότι θα το κάνει. |
| promise n | (spoken commitment) | υπόσχεση ουσ θηλ |
| | Steve's promise that he would always love me turned out to be a lie. |
| | Η υπόσχεση του Στιβ ότι θα με αγαπάει για πάντα αποδείχθηκε ψέμα. |
| promise n | uncountable (indication of future achievement) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.) | - |
| | The quiet girl over there shows promise; with a little direction, I think she will do well. |
| | Εκείνο το ήσυχο κοριτσάκι δείχνει πολλά υποχόμενο. Πιστεύω πως με λίγη καθοδήγηση θα τα πάει καλά. |
| promise of [sth] n | (possibility) (για κτ ή με γενική) | προοπτική ουσ θηλ |
| | The promise of greater opportunity drew many people to California. |
| | Η προοπτική για καλύτερες ευκαιρίες τράβηξε πολύ κόσμο στην Καλιφόρνια. |
| promise⇒ vi | (make a promise) | υπόσχομαι ρ αμ |
| | I will mow the lawn - I promise. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Αφού υποσχέθηκα δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Θα σε πάω στο πάρκο. |
| promise to do [sth] v expr | (commit to doing) | υπόσχομαι να κάνω κτ έκφρ |
| | I promise to finish the work by the end of the week. |
| promise [sb] that⇒ vtr | (with clause: commit to doing) | υπόσχομαι σε κπ ότι/πως έκφρ |
| | I promised my mom that I would buy postage stamps today. |
| | Υποσχέθηκα στη μαμά μου ότι θα αγοράσω γραμματόσημα σήμερα. |
| promise [sb] [sth]⇒ vtr | (with object: commit to) | υπόσχομαι κτ σε κπ, υπόσχομαι σε κπ κτ ρ μ + πρόθ |
| | My parents have promised me a bike for Christmas. |
| promise [sth]⇒ vtr | (guarantee, commit to) | υπόσχομαι ρ μ |
| | TV commercials promise a lot of incredible things. |
| promise [sth] vtr | figurative (give cause to expect) | προμηνύω, προαναγγέλω ρ μ |
| | (επίσημο) | προοιωνίζομαι ρ μ |
| | The grey sky promised snow. |
| | Ο γκρι ουρανός προανήγγειλε χιόνι. |