• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: promised, promise

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
promised adj (that [sb] has assured or committed to)που έχω υποσχεθεί περίφρ
 The company gave the workers their promised pay rise.
promised adj (that [sb] is given cause to expect)αναμενόμενος μτχ ενεστ
  (εμφατικός τύπος)πολυαναμενόμενος μτχ ενεστ
 The promised snow didn't arrive.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
promise n (firm assurance)υπόσχεση ουσ θηλ
 As far as I'm concerned, Helen's promise is all the guarantee I need that she will do it.
 Για μένα, η υπόσχεση της Έλεν μου φτάνει για να είμαι βέβαιος ότι θα το κάνει.
promise n (spoken commitment)υπόσχεση ουσ θηλ
 Steve's promise that he would always love me turned out to be a lie.
 Η υπόσχεση του Στιβ ότι θα με αγαπάει για πάντα αποδείχθηκε ψέμα.
promise n uncountable (indication of future achievement) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
 The quiet girl over there shows promise; with a little direction, I think she will do well.
 Εκείνο το ήσυχο κοριτσάκι δείχνει πολλά υποχόμενο. Πιστεύω πως με λίγη καθοδήγηση θα τα πάει καλά.
promise of [sth] n (possibility) (για κτ ή με γενική)προοπτική ουσ θηλ
 The promise of greater opportunity drew many people to California.
 Η προοπτική για καλύτερες ευκαιρίες τράβηξε πολύ κόσμο στην Καλιφόρνια.
promise vi (make a promise)υπόσχομαι ρ αμ
 I will mow the lawn - I promise.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Αφού υποσχέθηκα δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Θα σε πάω στο πάρκο.
promise to do [sth] v expr (commit to doing)υπόσχομαι να κάνω κτ έκφρ
 I promise to finish the work by the end of the week.
promise [sb] that vtr (with clause: commit to doing)υπόσχομαι σε κπ ότι/πως έκφρ
 I promised my mom that I would buy postage stamps today.
 Υποσχέθηκα στη μαμά μου ότι θα αγοράσω γραμματόσημα σήμερα.
promise [sb] [sth] vtr (with object: commit to)υπόσχομαι κτ σε κπ, υπόσχομαι σε κπ κτ ρ μ + πρόθ
 My parents have promised me a bike for Christmas.
promise [sth] vtr (guarantee, commit to)υπόσχομαι ρ μ
 TV commercials promise a lot of incredible things.
promise [sth] vtr figurative (give cause to expect)προμηνύω, προαναγγέλω ρ μ
  (επίσημο)προοιωνίζομαι ρ μ
 The grey sky promised snow.
 Ο γκρι ουρανός προανήγγειλε χιόνι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Σύνθετοι τύποι:
promised | promise
ΑγγλικάΕλληνικά
as promised adv (according to a promise made)όπως είχε υποσχεθεί επίρ
Σχόλιο: επιρρηματικός προσδιορισμός
 As promised, I've brought the money to repay you for the loan.
the promised land,
the Promised Land
n
often capitalized (Bible: land promised to the Jews)η Γη της Επαγγελίας φρ ως ουσ θηλ
 Moses led the Israelites out of Egypt to the Promised Land.
the promised land,
the Promised Land
n
often capitalized (heaven)παράδεισος ουσ αρσ
promised land,
Promised Land
n
sometimes capitalized, figurative (place of prosperity)η γη της Επαγγελίας φρ ως ουσ θηλ
 The Scottish National Party believed they were heading for a promised land of Scottish independence.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'promised' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση promised στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «promised».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!