• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
p,
p.,
pg,
pg.,
plural: pp
n
written, abbreviation (page) (σελίδα, συντομογραφία)σελ. ουσ θηλ άκλ
 See the table on p7 for an explanation.
 Κοίτα τον πίνακα στη σελ. 7 για εξήγηση.
pp npl abbreviation (pages)σελ. ουσ θηλ άκλ
 Please read pp 50–65 and write a one-paragraph response.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pp. στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «pp.».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!