power

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpaʊər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈpaʊɚ/ ,USA pronunciation: respelling(pouər)

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
power up vi phrasal (electronic device: be switched on)ανοίγω ρ αμ
  ενεργοποιούμαι ρ αμ
 As soon as my PC has powered up, I'll look for that file you asked for.
power up vi phrasal (machinery, etc.: be switched on)ενεργοποιούμαι ρ αμ
  εκκινώ ρ αμ
power up vi phrasal (video gaming: gain life, health)κερδίζω ζωή ρ μ + ουσ θηλ
power up vi phrasal (electronic device: be charging)φορτίζω ρ αμ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
power walk vi (exercise: walk fast) (για άσκηση)κάνω γρήγορο βάδισμα περίφρ
power washing n (pressure cleaning)καθαρισμός με νερό υπό πίεση περίφρ
  καθαρισμός με μεγάλη πίεση περίφρ
power-assisted adj (bicycle, steering)με υποβοήθηση ισχύος περίφρ
power-driven adj (operated by a motor)μηχανοκίνητος επίθ
  (με ηλεκτρισμό)ηλεκτρικός επίθ
power-driven adj (person: wants to be in power)που έχει στόχο την εξουσία περίφρ
  που θέλει να έχει εξουσία περίφρ
power-hungry adj (person: wants power excessively)που διψά για εξουσία περίφρ
purchasing power n (value of a currency)αγοραστική δύναμη ουσ θηλ
purchasing power n (income available for spending)αγοραστική δύναμη ουσ θηλ
rise to power n (process of gaining political power)άνοδος ουσ θηλ
  άνοδος στην εξουσία φρ ως ουσ θηλ
ruling power n (government, authority)κυβερνώσα δύναμη ουσ θηλ
  κρατούσα εξουσία περίφρ
  ηγεσία, εξουσία ουσ θηλ
 The ruling power in ancient Rome was called the Senate.
seat of power n (government building)κυβερνητικό κτίριο έκφρ
 The Kremlin is the seat of power in Russia.
seat of power n figurative (position of control)θέση ισχύος έκφρ
 The general election brought the politician to the seat of power.
seizure of power n (coup)πραξικόπημα ουσ ουδ
 Their seizure of power was swift, overturning the government in a matter of hours.
solar power n (energy generated by the sun)ηλιακή ενέργεια έκφρ
 The swimming pool is heated by solar power, generated from panels on the roof.
spending power n (income available for spending)αγοραστική δύναμη ουσ θηλ
staying power n informal (stamina, ability to endure)αντοχή ουσ θηλ
  σθένος ουσ ουδ
supernatural power n (magical or occult ability)υπερφυσική δύναμη επίθ + ουσ θηλ
veto power n (right to overrule decision or vote)δικαίωμα αρνησικυρίας ουσ ουδ
  δικαίωμα άσκησης βέτο ουσ ουδ
water power,
waterpower
n
(energy generated by moving water)υδραυλική ενέργεια επίθ + ουσ θηλ
  (ηλεκτρική ενέργεια)υδροηλεκτρική ενέργεια επίθ + ουσ θηλ
white power n (belief that white race is superior)υπεροχή των λευκών ουσ θηλ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 Skinheads generally belong to the white power movement.
will power n (determination)θέληση ουσ θηλ
  η δύναμη της θέλησης φρ ως ουσ θηλ
 I'd like to give up smoking but unfortunately don't have the will power.
wind power n (energy generated by the wind)αιολική ενέργεια ουσ θηλ
 Wind power is a viable alternative to energy from fossil fuels.
world power n (nation with economic and military strength)παγκόσμια δύναμη επίθ + ουσ θηλ
Επόμενα 100 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: (that) powers the [city, lights], [electric, wind, solar, battery, mains, nuclear] power, power tools, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση power στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «power».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!