• WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
one-man n as adj (involving one person)ατομικός επίθ
  για ένα άτομο περίφρ
  για έναν περίφρ
one-man n as adj (wanting romance with one man only)μονογαμικός επίθ
  που περιμένει τον έναν και μοναδικό περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
one-man band n (street musician: many instruments)ορχήστρα ενός ατόμου φρ ως ουσ ουδ
one-man band n figurative (person: does many tasks)πολυπράγμων επίθ
  που ασχολείται με πολλά περίφρ
one-man band n figurative (person: runs a business alone)που έχει ατομική επιχείρηση και περνάν όλα από το χέρι του περίφρ
  που τρέχει μόνος του την επιχείρησή του περίφρ
  που έχει δική του επιχείρηση περίφρ
one-man show n (entertainment)παράσταση με έναν μοναδικό πρωταγωνιστή
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'one-man' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση one-man στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «one-man».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!