WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
not a big deal, no big deal adj | informal (a matter of little importance) (μεταφορικά) | που δεν είναι μεγάλο πράγμα, που δεν είναι τίποτα σπουδαίο περίφρ |
| | | δεν έγινε και τίποτα έκφρ |
| | | σιγά το πράγμα! επιφ |
| | It is not a big deal that your brother likes to drink a beer now and then. |
| | Knitting a sweater is not a big deal for Jane; she has been knitting since she was eight years old. |
| | Δεν είναι μεγάλο πράγμα που στον αδερφό σου αρέσει να πίνει καμιά μπίρα πού και πού. // Το να πλέξει ένα πουλόβερ δεν είναι τίποτα σπουδαίο για τη Τζέιν· πλέκει από τα οχτώ της. |
| | Δεν έγινε και τίποτα που στον αδερφό σου αρέσει να πίνει καμιά μπίρα πού και πού. |
| | Στον αδερφό σου αρέσει να πίνει καμιά μπίρα πού και πού. Σιγά το πράγμα! |