WordReference English-Greek Dictionary © 2025:
| Κύριες μεταφράσεις |
| nonagenarian n as adj | (of 90-99 years old) | ενενηντάρης ουσ ως επίθ |
| | (καθομιλουμένη) | ενενήντα ετών και βάλε, ενενήντα χρονών και βάλε έκφρ |
| | (καθομιλουμένη) | γύρω στα ενενήντα και βάλε, γύρω στα ενενήντα και έκφρ |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Με πλησίασε ένας ενενηντάρης κύριος και μου ζήτησε να τον βοηθήσω να βρει το σπίτι του. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Με πλησίασε κύριος ενενήντα ετών και βάλε και μου ζήτησε να τον βοηθήσω να βρει το σπίτι του. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Με πλησίασε κύριος γύρω στα ενενήντα και βάλε (or: γύρω στα ενενήντα και) και μου ζήτησε να τον βοηθήσω να βρει το σπίτι του. |
| nonagenarian n | (person aged 90-99) | ενενηντάρης, ενενηντάρα ουσ αρσ, ουσ θηλ |