• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
master of n (an expert in)άριστος σε κτ περίφρ
  (καθομιλουμένη)εξπέρ σε κτ περίφρ
 The con man is a master of deceit.
master of n (person in charge of) (με γενική)κύριος επίθ
  (σπάνιο)άρχοντας ουσ αρσ
 Adults are masters of their own destinies.
 Οι ενήλικες είναι κύριοι της μοίρας τους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
jack of all trades,
jack-of-all-trades,
jack of all trades,
master of none;
jack of all trades but master of none
n
pejorative, informal (shallow skill in many things)παιδί για όλες τις δουλειές έκφρ
 Ken can do a bit of lots of things, but he's not very good at any of it; he's a jack of all trades, master of none.
Master of Arts n (postgraduate arts degree)Μάστερ ουσ ουδ άκλ
  μεταπτυχιακό επίθ ως ουσ
  μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης φρ ως ουσ ουδ
 Gillian is studying for a Master of Arts in History.
Master of Arts n (holder of postgraduate arts degree)κάτοχος Μάστερ φρ ως ουσ αρσ/θηλ
  κάτοχος μεταπτυχιακού φρ ως ουσ αρσ/θηλ
  κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος ειδίκευσης φρ ως ουσ αρσ/θηλ
  (καθομιλουμένη)που έχει μάστερ περίφρ
master of ceremonies n (person: hosts an event)παρουσιαστής/οικοδεσπότης μιας εκδήλωσης
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 The master of ceremonies introduced the keynote speaker.
Master of Education n (postgraduate teaching degree)μεταπτυχιακό στην εκπαίδευση φρ ως ουσ ουδ
  μεταπτυχιακό επίθ ως ουσ ουδ
Master of Law,
Master of Laws
n
(postgraduate legal degree)Μάστερ στις νομικές επιστήμες περίφρ
  μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στις νομικές επιστήμες περίφρ
 Michael has a Master of Law from McGill University.
Master of Law,
Master of Laws
n
(holder of postgraduate legal degree)κάτοχος Μάστερ στις νομικές επιστήμες φρ ως ουσ αρσ/θηλ
  κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος ειδίκευσης στις νομικές επιστήμες φρ ως ουσ αρσ/θηλ
Master of Science n (postgraduate science degree)Μάστερ ουσ ουδ άκλ
  μεταπτυχιακό επίθ ως ουσ
  μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης φρ ως ουσ ουδ
 The Institute offers tuition leading to Master of Arts (MA) and Master of Science (MSc) degrees.
Master of Science n (holder of postgraduate science degree)κάτοχος Μάστερ φρ ως ουσ αρσ/θηλ
  κάτοχος μεταπτυχιακού φρ ως ουσ αρσ/θηλ
  κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος ειδίκευσης φρ ως ουσ αρσ/θηλ
  (καθομιλουμένη)που έχει μάστερ περίφρ
master of the house n (male head of household)ο κύριος του σπιτιού, ο κύρης του σπιτιού έκφρ
 The master of the house is not necessarily the male head, but it is whoever holds the final say in certain familial matters.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'master of' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
LL.M. - MA - MBA - MC - MEd - MPhil - MSc

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση master of στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «master of».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!