WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
manipulate [sth] vtr (operate, handle)χειρίζομαι ρ μ
 The device is difficult to manipulate with one hand.
manipulate [sb] vtr (influence, control)χειραγωγώ ρ μ
  (μεταφορικά)χειρίζομαι ρ μ
 She's manipulated by her boyfriend in everything she does.
manipulate [sth] vtr (falsify: data)παραποιώ ρ μ
 Authorities will determine if the data has been manipulated.
manipulate [sth] vtr (massage, treat)μαλάσσω ρ μ
  (με το χέρι)πιέζω ρ μ
 Tell me if it hurts when I manipulate your shoulder.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
manipulate [sb] into doing [sth] v expr (persuade to do)πείθω κπ να κάνει κτ έκφρ
  παραπλανώ κπ και τον κάνω να κάνει κτ έκφρ
 The con man manipulated his victim into signing her house over to him.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'manipulating' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση manipulating στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «manipulating».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!