WordReference English-Greek Dictionary © 2025:
| Κύριες μεταφράσεις |
| look through [sth] vtr phrasal insep | (observe via: [sth] transparent) | κοιτάζω μέσα από κτ έκφρ |
| | | κοιτάζω από κτ ρ αμ + πρόθ |
| | You can see the individual cells if you look through the microscope. |
| | Look through the window and tell me what you see. |
| | Μπορείς να δεις τα μεμονωμένα κύτταρα αν κοιτάξεις μέσα από ένα μικροσκόπιο. |
| | Κοίτα από το παράθυρο και πες μου τι βλέπεις. |
| look through [sth/sb] vtr phrasal insep | figurative (appear not to see, be oblivious to) | κοιτάω κπ/κτ σαν να μην υπάρχει, κοιτάζω κπ/κτ σαν να είναι αόρατος έκφρ |
| | I said hello but he looked right through me. |
| | Είπα γεια αλλά με κοίταξε σαν να μην υπήρχα. |
| look through [sth] vtr phrasal insep | (search through, survey) | ρίχνω μια ματιά έκφρ |
| | Can I look through those old clothes before you throw them out in case there is something I like? My boss looked through the papers before signing them. |
| | Μπορώ να ρίξω μια ματιά σ' αυτά τα παλιά ρούχα πριν να τα πετάξεις, μήπως υπάρχει κάτι που μου αρέσει; Το αφεντικό μου έριξε μια ματιά στα χαρτιά πριν τα υπογράψει. |