• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
long haul n (journey: long-distance)μεγάλο ταξίδι, μακρύ ταξίδι επίθ + ουσ ουδ
 The trip from France to Australia is a long haul.
long-haul adj (over long distance)μεγάλων αποστάσεων φρ ως επίθ
 Long-haul trucks regularly carry goods across the country.
the long haul n figurative, informal (full duration) (στην έκφραση «για καιρό»)καιρός ουσ αρσ
  (μεταφορικά: ήρθα για να)για να μείνω έκφρ
 The football club's new owners say they're in for the long haul.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
be in for the long haul,
be in [sth] for the long haul
v expr
(be committed to [sth] long-term)έχω δεσμευτεί έκφρ
  δεν πάω πουθενά έκφρ
  είμαι εδώ για να μείνω έκφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση long haul στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «long haul».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!